Στη ζωή της Εκκλησίας μας, τα θαύματα δεν είναι απλώς γεγονότα ενθουσιασμού, αλλά είναι εκδηλώσεις της φιλανθρωπίας του Θεού και σημεία που καλούν τον άνθρωπο σε μετάνοια και πίστη. Αρκετοί αναρωτιούνται: γιατί να θεραπεύει ο Θεός κάποιους ανθρώπους ή κάποιες ασθένειες, και όχι όλους; Γιατί να συμβαίνουν θαύματα σε συγκεκριμένες περιπτώσεις και όχι παντού;
Η απάντηση βρίσκεται όχι στην «επιλεκτικότητα» του Θεού, αλλά στην πνευματική ωφέλεια που προκύπτει από κάθε δοκιμασία του ανθρώπου. Ο Θεός δεν ενεργεί μηχανικά ούτε αδιάκριτα. Ο Θεός γνωρίζει πότε, πώς και σε ποιον ένα θαύμα θα συμβάλει στη σωτηρία της ψυχής. Αν η θαυματουργική ίαση ενός ανθρώπου θα τον οδηγήσει στην ταπείνωση και στη δόξα του Θεού, τότε ο Κύριος ενεργεί. Αν, όμως, η θεραπεία θα γινόταν αφορμή υπερηφάνειας ή απομάκρυνσης από την πίστη, τότε ο Θεός παραχωρεί την ασθένεια να παραμείνει ,όχι ως τιμωρία, αλλά ως μέσο και τρόπος αγιασμού.
Οι Άγιοι Πατέρες μας διδάσκουν ότι πολλές φορές η υπομονή στην ασθένεια είναι μεγαλύτερο θαύμα από τη θεραπεία της. Γιατί μέσα στον πόνο, ο άνθρωπος είναι ικανός να βρει τη χάρη, να γνωρίσει βαθύτερα τον Χριστό, να ενωθεί με το πάθος του. Εκείνος που παραμένει στην πίστη, ακόμη και μέσα στη δοκιμασία, γίνεται μάρτυρας της αγάπης του Θεού με τη σιωπή και την ταπείνωσή του.
Ας μην αναζητούμε, λοιπόν, τα θαύματα με ανθρώπινο μέτρο. Ο Θεός δεν είναι υποχρεωμένος να αποδείξει την παρουσία του. Ο Θεός είναι Παντογνώστης και Πατέρας, που ενεργεί πάντα «πρὸς τὸ συμφέρον» της ψυχής του ανθρώπου. Το αληθινό θαύμα δεν είναι πάντοτε η σωματική ίαση, αλλά η μεταμόρφωση της καρδιάς, η ειρήνη μέσα στη θλίψη, η αγάπη μέσα στον πόνο.
Όταν αποδεχθούμε κάθε τι με εμπιστοσύνη και δοξολογία, τότε, ακόμη κι αν δεν δούμε «εξωτερικό» θαύμα, θα βιώσουμε το εσωτερικό το θαύμα της Χάριτος, που φωτίζει και θεραπεύει τα βάθη της ψυχής.

0 Σχόλια